Στην πρωτοπορία η Καρδιολογική Κλινική

Την Πέμπτη έγινε επέμβαση στους δύο πρώτους ασθενείς, μία 76χρονη από την Κέρκυρα και έναν 82χρονο από την Άρτα, οι οποίοι ήδη βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης. Την επέμβαση έκανε ο επίκουρος καθηγητής Καρδιολογίας της Α’ Καρδιολογικής Κλινικής Παναγιώτης Κοραντζόπουλος, υπό την επίβλεψη του διευθυντή του Καρδιολογικού τμήματος του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Αθηνών Σκεύου Σιδερή, ο οποίος ειδικεύεται στην τεχνολογία βηματοδοτών και απινιδωτών.

Ανάλογες επεμβάσεις έχουν γίνει σήμερα σε έναν πολύ μικρό αριθμό στη χώρα, κυρίως στην Αθήνα και δευτερευόντως στη Θεσσαλονίκη, με το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων να είναι το δεύτερο περιφερειακό νοσοκομείο, που έχει πλέον αποδεδειγμένα αυτή τη δυνατότητα, μετά το Πανεπιστημιακού Νοσοκομείο του Ρίου, όπου πρόσφατα έγινε μια παρόμοια εμφύτευση βηματοδότη.

Μέχρι πρόσφατα, ο βηματοδότης εμφυτευόταν με μια λεπτή χειρουργική επέμβαση ανοιχτής καρδιάς. Με τον καιρό, το μέγεθος της συσκευής μειώθηκε, με στόχο πάντα τον έλεγχο του καρδιακού ρυθμού του ασθενούς.

Στα τέλη του 2013, η εταιρεία Medtronic παρουσίασε στον κόσμο τον Micra, τον πιο μικρό βηματοδότη στον κόσμο, ο οποίος μπορεί να εμφυτεύεται χωρίς να απαιτείται χειρουργική επέμβαση. Αν και η χρήση του περιορίζεται σε νέους ασθενείς και δεν περιλαμβάνει εκείνους που χρησιμοποιούν παραδοσιακό βηματοδότη, ο Micra αποτελεί μια επαναστατική συσκευή, χάρη στο μικροσκοπικό του μέγεθος και την εύκολη εφαρμογή του.

 

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ

Ο βηματοδότης Micra έχει μέγεθος 24 χιλιοστά. Έχει σχεδόν το μέγεθος του νομίσματος του ενός ευρώ. Από το 2014 ως το 2015 πέρασε όλα τα πειραματικά τεστ, στο πλαίσιο διεθνών δοκιμών που επιβεβαίωσαν την αποτελεσματικότητα της καινοτόμου τεχνολογίας του.

Ο Micra έλαβε την έγκριση CE το 2015 και τότε ξεκίνησε η προώθηση και η διανομή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μετά από αυστηρά τεστ αποδείχτηκε η μεγάλη αποτελεσματικότητα και η αξιοπιστία του συγκριτικά με τους παραδοσιακούς βηματοδότες. H Διεύθυνση Ελέγχου Τροφίμων και Φαρμάκων των Η.Π.Α. ενέκρινε τον Micra στα μέσα του 2016.

Ο νέος βηματοδότης εμφυτεύεται στην καρδιά του ασθενούς με τη βοήθεια ενός ειδικού καθετήρα, που περνάει μέσα από μια φλέβα στον βουβώνα του ασθενούς, μέχρι να φτάσει στη δεξιά κοιλία. Παραμένει στη θέση του χάρη στα μικρά δοντάκια του ή με ράμματα που γίνονται πάνω στην καρδιά και δε χρειάζονται καλώδια. Στη συνέχεια αρχίζει να εκπέμπει ηλεκτρικές ώσεις για τη διατήρηση του καρδιακού ρυθμού, προσαρμοζόμενος στη δραστηριότητα του ασθενούς.

Χαρακτηριστικό του είναι, επίσης, ότι δε χρειάζεται να δημιουργηθεί χειρουργικά κάποια «θήκη κάτω από το δέρμα». Έτσι, κανένας δεν προσέχει ότι ο ασθενής έχει βηματοδότη, επειδή ο Micra είναι αόρατος. Η κάψουλα παραμένει σταθερά «εμφυτευμένη» στην ίδια την καρδιά, ενώ δε χρειάζονται πλέον τομές, ουλές ή μακρόχρονες παραμονές στο νοσοκομείο. Αν παρουσιαστούν προβλήματα, μπορεί απλώς να «επανεγκατασταθεί».

 

ΤΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ

Το βασικό πλεονέκτημα είναι πως, σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς βηματοδότες, δε βλάπτει με κανέναν τρόπο τον ιστό της καρδιάς. Έτσι, εξασφαλίζει στους γιατρούς και στους ασθενείς μια λύση, που είναι και απλή και ασφαλής.

Το Micra Transcatheter Pacing System λειτουργεί, όπως κάθε βηματοδότης, για τη ρύθμιση του καρδιακού παλμού των ασθενών, που πάσχουν από κολπική μαρμαρυγή ή το σύνδρομο βαρδυκαρδίας-ταχυκαρδίας, τη συχνότερη μορφή αρρυθμίας, αλλά δεν έχει καλωδιώσεις για να κάνει τη σύνδεση μεταξύ καρδιάς και συσκευής.

Οι κλασικοί βηματοδότες έχουν καλώδια, που συνδέουν τη συσκευή με την καρδιά και για την τοποθέτηση τους χρειάζεται μια ελάχιστα επεμβατική διαδικασία. Μέσω μια μικρής τομής στην περιοχή του ώμου, το καλώδιο εισάγεται μέσω μια φλέβας και προσδένεται στην εσωτερική επιφάνεια της καρδιάς. Το άλλο άκρο του καλωδίου συνδέεται με τον βηματοδότη ο οποίος τοποθετείται σε μια «θήκη» κάτω από το δέρμα. Και η τομή κλείνει με ράμματα.

Μερικές φορές οι καλωδιώσεις δυσλειτουργούν ή μακροπρόθεσμα χάνουν την αξιοπιστία τους. Επίσης, αναπτύσσονται λοιμώξεις στους ιστούς, που περιβάλλουν το καλώδιο, και τότε πρέπει να γίνει διορθωτική επέμβαση για την αντικατάσταση του βηματοδότη.

Ο νέος βηματοδότης εμφυτεύεται απευθείας στην δεξιά καρδιακή κοιλία, μέσω ενός σωληνίσκου, που τοποθετείται σε κεντρική αρτηρία της βουβωνικής περιοχής. Η συσκευή αγκιστρώνεται στην καρδιά και ο σωληνίσκος στην συνέχεια αποσύρεται.

«Το βασικό πλεονέκτημα είναι ότι δεν υπάρχουν μολύνσεις και αιματώματα, καθώς ένας μεγάλος αριθμός επιπλοκών και προβλημάτων προέρχονται από τα βηματοδοτικά ηλεκτρόδια», ανέφερε στον Η.Α. ο διευθυντής της Καρδιολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, καθηγητής Καρδιολογίας Ιωάννης Γουδέβενος, με τον κ. Κοραντζόπουλο, από την πλευρά του, να σημειώνει: «Στη δεκαετία, το 3-5% των καλωδίων έπαιρνε κάποιο μικρόβιο, ενώ άλλο ένα 3-5% παρουσίαζε κάποια βλάβη ή έσπαγε. Το νέο βηματοδοτικό σύστημα είναι άθραυστο και δε μολύνεται».

Βέβαια, επειδή μιλάμε για μια νέα μέθοδο, οι καρδιολόγοι εκτιμούν πως υπάρχουν ακόμη περιθώρια βελτίωσης, όπως για παράδειγμα στην ανθεκτικότητα της συσκευής. Αυτή τη στιγμή, ο Micra έχει διάρκεια ζωής μόνο δέκα χρόνια και έπειτα πρέπει να αντικαθίσταται, όπως συμβαίνει και με τους «κλασικούς» βηματοδότες.

Ένα άλλο μειονέκτημα είναι ότι δεν πρέπει να τοποθετείται σε ασθενείς, που φέρουν και άλλες εμφυτεύσιμες συσκευές, καθώς μπορεί να προκαλέσουν παρεμβολές στην λειτουργία του. Επίσης, αντενδείκνυται για σοβαρά παχύσαρκα άτομα, όπως και σε ασθενείς, που έχουν δυσανεξία στα υλικά του ή στην ηπαρίνη ή των οποίων οι φλέβες είναι πολύ στενές.

 

ΥΨΗΛΟ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ

Η εμφύτευση των νέων βηματοδοτών, πάντως, θα γίνεται με φειδώ, λόγω και του υψηλού κόστους. «Ένας κλασικός βηματοδότης κοστίζει περίπου 700 ευρώ, ενώ αυτός στοιχίζει 7.000 ευρώ. Ο κόσμος τον ζητάει, αλλά δε μας δίνεται η δυνατότητα να βάλουμε σε όλους, καθώς είναι λογικό να υπάρχει ένας περιορισμός», ανέφερε ο κ. Γουδέβενος.

Όπως εξήγησε ο κ. Κοραντζόπουλος, η επιλογή των ασθενών, οι οποίοι θα «ευεργετηθούν» με την εμφύτευση του νέου βηματοδότη, γίνεται με δύο κριτήρια. Το πρώτο είναι όταν έχουν κάποιο ιστορικό ή παρουσιάζουν υψηλή πιθανότητα λοιμώξεων, και το δεύτερο όταν υπάρχει δυσκολία στην αγγειακή πρόσβαση και άρα καθίσταται δυσχερής η εισαγωγή βηματοδότη μέσω φλέβας.

Ωστόσο, εκτίμηση είναι πως το κόστος σύντομα θα μειωθεί και θα δίνεται η δυνατότητα για επιπλέον εμφυτεύσεις των νέων βηματοδοτών. Σύμφωνα με πληροφορίες, πάντως, η διοίκηση του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων έχει ήδη δώσει το «πράσινο φως» να γίνονται 6-7 εμφυτεύσεις νέων βηματοδοτών ανά έτος.

Πηγή

Πες το στους φίλους σου...
FaceBook  Twitter  
FacebookTwitterDiggDeliciousGoogle BookmarksLinkedinRSS FeedPinterest